ΔΗΓΜΑΤΑ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΕΡΠΕΤΩΝ – Χρύσα Ι. Στάθη

ΔΗΓΜΑΤΑ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΕΡΠΕΤΩΝ

12.1 Δήγματα ζώων

   44  Δήγμα είναι το δάγκωμα κάποιου ζώου το οποίο μπορεί να προκαλέσει ποικίλης σοβαρότητας προβλήματα υγείας στον παθόντα. Το δάγκωμα του ζώου μπορεί να προκαλέσει διαφόρου βαθμού τραυματισμό, από επιπόλαιο τραύμα δέρματος, μέχρι ακρωτηριασμό σκέλους ή και θάνατο. Γενικά τα τραύματα από δήγματα ζώων αντιμετωπίζονται όπως και τα υπόλοιπα τραύματα δέρματος. Αρχικά καθαρίζουμε πολύ καλά το τραύμα με φυσιολογικό ορό. Στη συνέχεια εφαρμόζουμε τοπική αντισηψία και τέλος αν χρειάζεται καλύπτουμε το τράυμα. Γενικά τα τραύματα από δήγματα ζώων είναι καλό, αν είναι δυνατόν, να μένουν ακάλυπτα για να αποφευχτεί η ανάπτυξη αναεροβίων μικροβίων. Για τον ίδιο λόγο τα τραύματα αυτά δε συρράπτονται. Τέλος χορηγούμε αντιβίωση και αντιτετανικό ορό αν δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός του ασθενούς. Χρήση αντιλυσσικού εμβολίου κάνουμε μετά από δάγκωμα από σκύλο, αν δεν ξέρουμε την κατάσταση υγείας του σκύλου που μας δάγκωσε. Επίσης κάνουμε χρήση αντιλυσσικού εμβολίου μετά από δάγκωμα από άγριο, δασόβιο σαρκοβόρο ζώο ή νυχτερίδα.

12.2 Δήγμα όφεως

     Αρκετοί θάνατοι σημειώνονται κάθε χρόνο από δήγματα φιδιών, κυρίως στις τροπικές χώρες. Στην Ελλάδα υπαρχουν πάνω από 20 είδη φιδιών που ανήκουν σε 4 οικογένειες. Από τα παραπάνω δηλητηριώδη είναι μόνο τα είδη της οχιάς. Στο χώρο της Ελλάδας υπάρχουν πέντε είδη οχιάς (Έχιδνας, Vipera). Τα πρώτα δήγματα φιδιών αρχίζουν την άνοιξη, μετά τη χειμερία νάρκη και την εποχή αυτή το δηλητήριο είναι πιο επικίνδυνο. Μετά το πρώτο δήγμα χρειάζονται μερικές ώρες για να παραχθεί νέο δηλητήριο. Οι παραπάνω παράγοντες καθορίζουν και τη βαρύτητα των εκδηλώσεων σε κάθε δήγμα φιδιού. Στη χώρα μας τα περισσότερα δήγματα προέρχονται από μη δηλητηριώδη φίδια, γι’αυτό και οι σοβαρές περιπτώσεις είναι λίγες. Τα συμπτώματα από το δήγμα φιδιού είναι τοπικά και συστηματικά. Αρχικά το θύμα αισθάνεται έντονο πόνο στο σημείο του δήγματος. Εμφανίζεται οίδημα σκληρό με φυσαλίδες και εκχυμώσεις. Τα συστηματικά συμπτώματα μπορεί να είναι: κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, εφίδρωση, πυρετός, ταχυκαρδία, πτώση της πίεσης και συμμπτώματα καταπληξίας. Επίσης μπορεί να εμφανιστεί ρίγος, σπασμοί, πνευμονικό οίδημα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, κώμα και θάνατος. Μεγάλη σημασία έχει η παρακολούθηση της πηκτικότητας του αίματος και το επίπεδο του αιματοκρίτου και της αιμοσφαιρίνης.
     Για την αντιμετώπιση του δήγματος όφεως, μεγάλη σημασία έχει το άτομο να μείνει ήσυχο και ακίνητο όσο είναι δυνατό, για την παρεμπόδιση της ταχείας απορρόφησης του δηλητηρίου. Τοπικώς στο τράυμα συνιστάται καλός καθαρισμός με σαπούνι και νερό. Προηγουμένως αφαιρούνται δαχτυλίδια και βραχιόλια αν υπάρχουν. Χορηγήται αντιτετανικός ορός, αν δεν είναι εμβολιασμένο το άτομο και αντιβίωση. Επίσης μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθούν υγρά, αντισταμινικά και κορτιζόνη, παυσίπονα κ.α. Η μέθοδος της απομάκρυνσης του δηλητηρίου με τη διάνοιξη του τραύματος και μηχανική πίεση ή απομύζηση αναφέρεται από κάποιους συγγραφείς αλλά δε συνιστάται πλέον επίσημα, γιατί δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική, αντιθέτως προκαλεί βλάβες στους ιστούς και μολύνσεις.
     Αντιοφικός ορός χρησιμοποιείται αν υπάρχουν έντονα τοπικά συμπτώματα ή γενικά συμπτώματα. Δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για τη χορήγηση του ορού. Η χορήγηση γίνεται όταν υπάρξουν οι ενδείξεις και χωρίς να μειώνεται η αποτελεσματικότητά του. Ο ορός χορηγείται ενδοφλεβίως. Πριν τη χορήγηση γίνεται έλεγχος αλλεργίας με δερματική δοκιμασία (ενίεται 0.1 ml του ορού υποδορίως).

12.3 Νυγμοί εντόμων και ψαριών.

12.3.1 Νυγμός από μέλισσα, σφήκα ή σερσέγγι (μπάμπουρας)

     Ο νυγμός από μέλισσα διαφέρει από τα αλλά δύο έντομα, στο ότι το κεντρί μένει μέσα και συνεχίζει να απελευθερώνει δηλητήριο ακόμη και μετά την απομάκρυνση του εντόμου. Στα άτομα που δεν είναι αλλεργικά, η αντίδραση στο δηλητήριο είναι τοπική με πόνο, ελαφρό οίδημα, ερυθρότητα και κνησμό. Η όλη αντίδραση διαρκεί από μία εώς μερικές ώρες. Αν ο νυγμός γίνει σε περιοχή με χαλαρό ιστό (όπως βλέφαρα, γεννητικά όργανα) τότε το οίδημα είναι πολύ εκτεταμένο. Σε άτομα ευαισθητοποιημένα στο δηλητήριο (αλλεργικά), μπορεί να προκληθεί έντονη τοπική αλλά και συστηματική αναφυλακτική αντίδραση. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει τοπικό καθαρισμό, εφαρμογή ψυχρών επιθεμάτων, και σε έντονη αντίδραση αντιισταμινικά και κορτικοστεροειδή. Το κεντρί της μέλισσας εφόσον είναι ορατό πρέπει να αφαιρείται με ένα κοφτερό αντικείμενο.
     Τοξική αντίδραση συμβάινει όταν υπάρχουν πολλαπλοί νυγμοί από πολλά έντομα. Πάνω από τριάντα νυγμοί μπορεί να είναι επικίνδυνοι. Τα τοξικά φαινόμενα συνήθως εκδηλώνονται με γενικευμένο οίδημα, υπνηλία, πυρετό, λιποθυμία, σπασμούς, υπόταση, νεφρική ανεπάρκεια. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική.

12.3.2 Νυγμός σκορπιού
.
     Κατά κανόνα προκαλούνται τοπικά συμπτώματα και σπάνια γενικευμένες αντιδράσεις. Αμέσως μετά το νυγμό προκαλείται έντονος, καυστικός πόνος που μπορεί να απλωθεί σε όλο το σκέλος. Εκτός από τον πόνο μπορεί να υπάρχει και τοπικό ελαφρό οίδημα. Ο πόνος συνήθως υποχωρεί το πρώτο εισιτετράωρο. Αντιμετωπίζεται με τοπικό καθαρισμό, αντιτετανικό ορό και παυσίπονα. Μπορεί να χρειαστεί και τοπική διήθηση με ξυλοκαΐνη.

12.3.3 Νυγμός αράχνης

     Υπάρχουν πολλά είδη αράχνης, θεωρητικά όλα δηλητηριώδη, λίγα όμως μπορούν να ενέσουν το δηλητήριο στον ανθρώπινο οργανισμό. Στην Ελλάδα μόνο τα γένη Latrodectus (γνωστό και ως «μαύρη χήρα») και Doxoscelles μπορούν να προκαλέσουν τοπικά και γενικά συμπτώματα.
     Συμπτώματα του Doxoscelles: 2-8 ώρες μετά το τσίμπημα εμφανίζεται τοπική ερυθρότητα, οίδημα και κνησμός. Η δερματική βλάβη μπορεί να περιβάλλεται από λευκωπή άλω και να οδηγηθεί σε σχηματισμό εσχάρας και νέκρωσης. Η επούλωση αφήνει ουλή. Σπάνια μπορεί να παρατηρηθούν και γενικευμένες αντιδράσεις, 24-72 ώρες μετά το τσίμπημα, όπως πυρετός με ρίγη, ναυτία, έμετοι, κακουχία, μυαλγίες, σπασμοί, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και αιμόλυση.
     Συμπτώματα του Latrodectus: 10-20 λεπτά μετά το νυγμό μπορεί να εμφανιστεί άλγος στους αντίστοιχους λεμφαδένες, τοπική ερυθρότητα και κυάνωση. Ακολουθεί γενίκευση των συμπτωμάτων με άλγος στο θώρακα, στην κοιλιά και στα κάτω άκρα. Συχνά παρατηρείται έντονη ανησυχία, εφιδρώσεις, δακρύρροια. Τα συμπτώματα υποχωρούν μετά λίγες μέρες αλλά η αδυναμία, η κακουχία και οι μυαλγίες, μπορεί να επιμένουν για αρκετές εβδομάδες.
     Η θεραπεία και στις δύο περιπτώσεις περιλαμβάνει τοπική αντισηψία, αντιβίωση, αντιτετανικό ορό και συμπτωματική αγωγή.

12.4 Μέδουσες

     Στην επαφή των μεδουσών με το ανθρώπινο σώμα προκαλούνται τοπικές και σπάνια συστηματικές αντιδράσεις. Οι τοπικές αντιδράσεις περιλαμβάνουν αίσθημα καύσου (αναφέρεται σα να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα), κνησμός, ερύθημα, φυσαλίδες και οίδημα ενώ συχνά αποτυπώνεται στο δέρμα το σχήμα του τμήματος του δέρματος που ήρθε σε επαφή. Πολύ σπάνια μετά από 10-15 φορές εμφανίζονται γενικές αντιδράσεις όπως μυΐκή αδυναμία, έμετος, κεφαλαλγία, μυΐκές συσπάσεις, δύσπνοια, διάρροια και σπανιότατα καταπληξία.
     Αν υπάρχουν νημάτια στο δέρμα, αφαιρούνται με λίγο ταλκ. Τοπικά εφαρμοζεται αλοιφή αντισταμινική ή κορτιζονούχος. Σε περίπτωση γενικών φαινομένων εφαρμόζεται ανάλογη αγωγή.

12.5 Δηλητηριώδη ψάρια

     Τρία τέτοια είδη ψαριών φαίνεται ότι ζουν στις Ελληνικές θάλασσες: οι σκορπιοί, οι δράκαινες και οι μύραινες (σμέρνες). Τα συμπτώματα είναι τοπικό άλγος και οίδημα. Σπάνια καταλαμβάνει όλο το άκρο και επεκτείνεται στον κορμό. Μερικές φορές υπάρχουν και γενικά φαινόμενα όπως ταχυκαρδία, καταβολή, πτώση της πίεσης. Η θεραπεία περιλαμβάνει τοπική διήθηση με ξυλοκαΐνη, αναλγητικά και αντιισταμινικά.

Στάθη Χρύσα
Γενικός Ιατρός

Share
Share
Translate »