ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΓΚΑΥΜΑΤΩΝ – ΗΛΕΚΤΡΟΠΛΗΞΙΑ – Χρύσα Ι. Στάθη

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΕΓΚΑΥΜΑΤΩΝ – ΗΛΕΚΤΡΟΠΛΗΞΙΑ

4.1 Εγκαύματα

Το έγκαυμα (ή θερμική κάκωση) είναι μια από τις σοβαρότερες μορφές τραύματος που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο. Ο εγκαυματίας κινδυνεύει τόσο από την εκτεταμένη απώλεια του δέρματος, όσο και από την απόφραξη του αεραγωγού λόγω αναπνευστικού εγκαύματος, από τη δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα (CO) ή από την έκθεση και εισπνοή άλλων τοξικών ουσιών που απελευθρώνονται με τη φωτιά.

     Η εκτίμηση του εγκαύματος γίνεται ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος που έχει και προσβληθεί (έκταση του εγκάυματος) και ανάλογα με το βάθος του εγκαύματος.

     Για τον υπολογισμό της έκτασης του εγκάυματος χρησιμοποιούμε τον κανόνα των εννέα. Το σώμα του ενήλικα χωρίζεται σε ανατομικές περιοχές που αντιπροσωπεύουν το 9% ή πολλαπλάσια του 9%, της όλης επιφάνειας του σώματος. Γενικά η παλαμιαία επιφάνεια του εγκαυματία (μαζί με δάχτυλα), αντιπροσωπεύει περίπου το 1% της επιφάνειας του σώματός του.
     Ανάλογα με το βάθος τους τα εγκαύματα χωρίζονται σε 1ου, 2ου και 3ου βαθμού.

     Το έγκαυμα 1ου βαθμού χαρακτηρίζεται από ερύθημα, πόνο, και απουσία φυσαλίδων. Τέτοιο είναι το έγκαυμα από τον ήλιο. Αυτά τα εγκαύματα δεν είναι απειλητικά για τη ζωή και δεν χρειάζονται ενδοφλέβια ενυδάτωση.
     Το έγκαυμα 2ου βαθμού ή μερικού πάχους χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, οίδημα και σχηματισμό φυσαλίδων. Η επιφάνεια τους μπορεί να είναι υγρή και να δακρύζει, ενώ είναι επώδυνη και υπερευαίσθητη ακόμη και στο ρεύμα αέρα. Συνήθως προκαλούνται από επαφή με ζεστό υγρό και επουλώνονται σε 14-21 ημέρες.
     Το έγκαυμα 3ου βαθμού ή ολικού πάχους έχει εμφάνιση μαυρισμένη και σκληρή. Το δέρμα επίσης μπορεί να είναι διάφανο, στικτό ή λευκό σαν κερί. Η επιφάνεια είναι ανώδυνη και ξηρή. Συνήθως προκαλούνται από φωτιά ή παρατεταμένη επαφή με καυτά αντικείμενα.

4.2 Αντιμετώπιση εγκαύματος

     Η πρώτη αρχή στην αντιμετώπιση του εγκαύματος είναι σταματήστε τη φωτιά. Αν είμαστε μάρτυρες του ατυχήματος, για να σβήσουμε τα καιγόμενα σημεία του σώματος τα καλύπτουμε με πετσέτα ή κουβέρτα για να τους στερήσουμε το οξυγόνο και τα τερματίσουμε την καύση τους. Όλα τα ρούχα πρέπει να αφαιρούνται για να σταματήσει το συνεχιζόμενο έγκαυμα. Τα συνθετικά υφάσματα αρπάζουν φωτιά, καίγονται γρήγορα και λιώνουν αφήνοντας καφτά υπολείμματα που εξακολουθούν να καίνε τον τραυματία. Αφού αφαιρεθούν τα ρούχα, οι προσβεβλημένες επιφάνειες του σώματος ξεπλένονται πολλές φορές με άφθονο νερό της βρύσης. Ο ασθενής πρέπει να σκεπάζεται μετά με ζεστά, καθαρά και στεγνά σεντόνια για την αποφυγή της υποθερμίας.

     Αν τα εγκαύματα είναι μικρής έκτασης, πρώτου ή δευτέρου βαθμού, τότε αντιμετωπίζονται σαν τράυματα δέρματος, δηλαδή καλύπτονται με βαζελινούχες και αποστειρωμένες γάζες. Οι φυσαλίδες δεν πρέπει να σπάζονται.

     Σε εκτεταμένα εγκαύματα παίρνουμε γενικά μέτρα υποστήριξης. Ο εγκαυματίας κινδυνεύει από υποθερμία και γι αυτό δεν χρησιμοποιούμε κρύο νερό. Τοποθετούμε δύο καλές φλεβικές γραμμές με καθετήρα μεγάλου εύρους γιατί πρέπει να αρχίζει άμεσα η αποκατάσταση των υγρων και ηλεκτρολυτών. Επίσης θα χρειαστεί να χορηγηθούν αναλγητικά, να τοποθετηθεί ρινογαστρικός καθετήρας και καθετήρας κύστεως.

     Ο εγκαυματίας κινδυνεύει από ασφυξία λόγω αναπνευστικού εγκαύματος. Η θερμική κάκωση προκαλεί οίδημα του αεραγωγού και απόφραξη. Οι κλινικές ενδείξεις αναπνευστικού εγκάυματος περιλαμβάνουν: εγκαύματα προσώπου ή τραχήλου, τσουρουφλισμένες βλεφαρίδες ή ρουθούνια, υπολείμματα άνθρακα και οξείες φλεγμονώδεις αλλοιώσεις στο στοματοφάρυγγα, ανθρακοειδή πτύελα ή βράγχος φωνής, ιστορικό εγκλωβισμού σε φλεγόμενο περιβάλλον, ιστορικό έκρηξης με εγκαύματα στο πρόσωπο ή τον κορμό. Σε αυτήν την περίπτωση εγκαυματίας χρειάζεται κατά πάσα πιθανότητα διασωλήνωση. Απόφραξη του αεραγωγού εκτός από τη θερμοτητα μπορεί να προκαλέσει και η εισπνοή παραγώγων καύσης ή τοξικών καπνών.

     Ο εγκαυματίας που καήκε σε κλειστό χώρο πρέπει να θεωρούμε ότι εκτέθηκε σε μονοξείδιο του άνθρακα. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται 100% οξυγόνο σε υψηλή ροή. Συμπτώματα της δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα είναι η κεφαλαλγία, η ζάλη, η σύγχυση ή το κώμα.

4.3 Ηλεκτροπληξία και ηλεκτρικό έγκαυμα

     Τα ηλεκτρικά εγκαύματα προκαλούνται όταν μία πηγή ηλεκτρικής ισχύος έρχεται σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα. Τα ηλεκτρικά εγκαύματα είναι συνήθως πιο σοβαρά από ότι φαίνονται εξωτερικά. Η διαφορά του ηλεκτρικού ρεύματος από τη φωτιά είναι, ότι το ρεύμα μπορεί να περάσει στα εσωτερικά όργανα αφήνοντας σχετικά άθικτο το δέρμα. Ο τραυματίας που έχει έρθει σε επαφή με ηλεκτρικό ρεύμα κινδυνεύει από τις βλάβες στο δέρμα και στα εσωτερικά όργανα, καθώς επίσης και από καρδιακές αρρυθμίες.

     Στην αντιμετώπιση της ηλεκτροπληξίας πρώτη μας ενέργεια είναι η απομάκρυνση του θύματος από την πηγή της ενέργειας. Αν είναι εύκολο κλείνουμε το γενικό διακόπτη ρεύματος, διαφορετικά απομακρύνουμε το καλώδιο ή την ηλεκτρική συσκευή με κάποιο μονωμένο υλικό (ξύλο, πλαστικό, κ.α). Αν η ηλεκτροπληξία οφείλεται σε ρεύμα υψηλής τάσης, δεν μπορούμε να πλησιάσουμε το θύμα σε απόσταση τουλάχιστον είκοσι μέτρων, λόγω του ηλεκτρικού πεδίου που δημιουργείται. Η μόνη λύση είναι η διακοπή του ρεύματος από τη ΔΕΗ.

     Στη συνέχεια αν το θύμα έχει πάθει ανακοπή, εφαρμόζουμε ΚΑΡΠΑ. Διαφορετικά τοποθετούμε φλεβικό καθετήρα σε άθικτο άκρο, περιποιούμαστε τα εξωτερικά τραύματα και τοποθετούμε καθετήρα κύστεως. Συνήθως φαίνονται καθαρά τα σημεία εισόδου και εξόδου του ηλεκτρικού ρεύματος.

Στάθη Χρύσα
Γενικός Ιατρός

Share
Share
Translate »