ΚΑΚΩΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ, ΔΙΑΚΟΜΗΔΗ ΤΡΑΥΜΑΤΙΑ – Χρύσα Ι. Στάθη

ΚΑΚΩΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ, ΔΙΑΚΟΜΗΔΗ ΤΡΑΥΜΑΤΙΑ

10.1 Κακώσεις Μαλακών Μορίων

     Οι κακώσεις των μαλακών μορίων χωρίζονται στα τραύματα και στις θλάσεις των ιστών. Θλάση ιστών καλείται η τοπική βλάβη των ιστών που συνοδεύεται από τοπικο οίδημα και μικροαιμορραγίες. Η θλάση μπορεί να είναι επιφανειακή και να συνοδεύεται μόνο από πετέχειες ή εν τω βάθει και να συνοδεύεται από μώλωπες και εκχυμώσεις. Πετέχεια είναι η μικροαιμορραγία μέσα ή ακριβώς κάτω από το δέρμα και οφείλεται σε αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών. Μώλωπας είναι η εντοπισμένη συλλογή αίματος κάτω από το δέρμα ή και ακόμη βαθύτερα στους ιστούς. Εκχύμωση είναι η συλλογή μικρής ποσότητας αίματος και αρκετού πλάσματος στο δέρμα ή στους υποδόριους ιστούς, με αποτέλεσμα το σχηματισμό οιδήματος. Τέλος αιμάτωμα είναι η συλλογή μεγάλης ποσότητας αίματος μέσα σε νεοσχηματισμένη κοιλότητα στους ιστούς.
     Στο σημείο της κάκωσης αναπτύσεται και φλεγμονή. Γενικά φλεγμονή ονομάζουμε το σύνολο των τοπικών και συστηματικών αντιδράσεων του οργανισμού σε βλαπτικά ερεθίσματα. Η φλεγμονή μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια. Τα κλινικά σημεία της φλεγμονής είναι: ερυθρότητα, οίδημα, πόνος,θερμότητα και δυσλειτουργία του οργάνου. Η φλεγμονή επίσης μπορεί να είναι σηπτική (να οφείλεται σε παθογόνο μικροοργανισμό) ή άσηπτη.
     Όταν η κάκωση αφορά τα μαλακά μόρια μιας άρθρωσης, τότε την ονομάζουμε διάστρεμμα. Τα διαστρέμματα συνοδέυονται από μερική ή ολική ρήξη των συνδέσμων της άρθωσης, χωρίς παρεκτόπιση όμως των αρθρικών επιφανειών.
     Τα διαστρέμματα ανάλογα με τη βαρύτητά τους χωρίζονται σε τρεις βαθμούς:

  1. στο διάστρεμμα πρώτου βαθμού δεν έχουμε ρήξη συνδέσμου παρά μόνο διάταση του θυλάκου και συνδέσμων. Αντιμετωπίζεται με ανάπαυση του άκρου σε ανάρροπη θέση, εφαρμογή κρύων κομπρεσών και απλή επίδεση με ελαστικό επίδεσμο.
  2. στο διάστρεμμα δευτέρου βαθμού έχουμε μερική ρήξη του αρθρικού θυλάκου ή και των συνδέσμων. Αντιμετωπίζεται όπως και του πρώτου μόνο που χρειάζεται ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο για 2-3 εβδομάδες.
  3. στο διάστρεμμα τρίτου βαθμού υπάρχει πλήρης ρήξη του αρθρικού συνδέσμου και θυλάκου και η αντιμετώπιση είναι χειρουργική.

     Η κλινική εικόνα του διαστρέμματος είναι πόνος, οίδημα, εκχυμώσεις και περιορισμός των κινήσεων. Για τη διάγνωση του διαστρέμματος χρήσιμη είναι η αξονική ή ακόμη καλύτερα η μαγνητική τομογραφία. Η απλή ακτινογραφία χρησιμοποιήται μόνο για τον αποκλεισμό του κατάγματος.
 

  Όταν η κάκωση της άρθρωσης συνοδεύεται από πλήρη ρήξη του θυλάκου και ενός ή περισσοτέρων συνδέσμων μαζί με πλήρη και μόνιμη παρεκτόπιση των αρθρικών επιφανειών, τότε ονομάζεται εξάρθρημα. Όταν η παρεκτόπιση είναι μερική τότε έχουμε υπεξάρθρημα. Η κλινική εικόνα του εξαρθρήματος περιλαμβάνει πόνο, οίδημα, εκχυμώσεις και παραμόρφωση της άρθρωσης. Όταν το εξάρθρημα σε μία άρθρωση επαναλαμβάνεται συχνά χωρίς την άσκηση σημαντικής βίας, τότε πρόκειται για καθ’ έξιν εξάρθρημα που οφείλεται σε βλάβη της άρθρωσης μετατραυματική ή εκ γενετής

10.2 Μηχανικές κακώσεις οστών (κατάγματα)
     Κάταγμα καλείται η διακοπή της συνέχειας του οστού είτε από άσκηση βίας τοπικά, είτε από βλάβη του ίδιου του οστού. Ένα κάταγμα μπορεί να μην είναι πλήρες οπότε καλείται ρωγμώδες (ράγισμα). Τα κατάγματα διακρίνονται σε πολλούς τύπους.
     Ανάλογα με την ένταση της βίας που τα προκάλεσε χωρίζονται σε βίαια, σε παθολογικά ή σε κατάγματα από καταπόνηση. Παθολογικά κατάγματα συμβαίνουν από ασήμαντη βία σε οστά με μειωμένη αντοχή από κάποιο αίτιο όπως καρκίνος των οστών.
     Ανάλογα με τη λύση ή όχι της συνέχειας του δέρματος χωρίζονται σε κλειστά ή ανοιχτά. Τα ανοιχτά κατάγματα λέγονται και επιπλεγμένα, έχουν επικοινωνία με το περιβάλλον και συνοδεύονται από ρήξεις αγγείων και νεύρων της περιοχής.
     Ανάλογα με το μηχανισμό που τα προκάλεσε χωρίζονται σε άμεσα και έμμεσα. Άμεσα όταν το κάταγμα συμβαίνει στο σημείο που ασκήθηκε η βία και έμμεσα όταν γίνονται σε άλλο σημείο.
     Ανάλογα με τη γραμμή της φοράς του κατάγματος σε σχέση με τον εγκάρσιο άξονα χωρίζονται σε εγκάρσια, λοξά, σπειροειδή κ.α.

     Ανάλογα με την εικόνα της ακτινογραφίας χωρίζονται σε συντριπτικά, εγκάρσια, λοξά, συμπιεστικά, ενσφηνωμένα, αποσπαστικά,διπολικά, κ.α. ενσφηνωμένα είναι τα κατάγματα όπου το μικρότερο σε διάμετρο κομμάτι σφηνώνεται στο μεγαλύτερο. Τα κατάγματα αυτά είναι σταθερά και η πώρωση τους γίνεται γρήγορα. Αποσπαστικά είναι τα κατάγματα όπου μικρά κομμάτια του οστού αποσπώνται. Συντριπτικά είναι τα κατάγματα όπου παρατηρείται παρεκτόπιση και συντριβή του οστού. Συνήθως είναι τα κατάγματα που παρουσιάζουν στο σημείο του κατάγματος περισσότερα από τρία κομμάτια. Διπολικά είναι τα κατάγματα που εμφανίζουν λύση της συνέχειας του οστού σε δύο διαφορετικά σημεία. Τα συμπιεστικά κατάγματα αφορούν σπογγώδη οστά και συμβαίνουν από συμπίεση του οστού το οποίο συνήθως χάνει το φυσιολογικό του σχήμα. 

    Ανάλογα με τη θέση του κατάγματος στο οστό, έχοουμε κάταγμα της επίφυσης, της διάφυσης ή του συζευτικού χόνδρου. Επίσης επιφυσιόλυση ονομάζουμε την κάκωση της επίφυσης που συνοδεύεται από δημιουργία κατάγματος και επιφυσιολίσθηση είναι η ολίσθηση της επίφυσης σε σχέση με τη διάφυση.

       Ανάλογα με την παρουσία ή όχι παρεκτόπισης τα κατάγματα ονομάζονται παρεκτκοπισμένα ή μη παρεκτοπισμένα.

     Ανάλογα με τη βαρύτητα χωρίζονται σε σταθερά και ασταθή. Τα σταθερά κατάγματα αντιμέτωπιζονται με ανάταξη, σταθεροποιούνται εύκολα στη σωστή θέση και η πώρωση τους είναι γρήγορη. Τα ασταθή κατάγματα ανατάσσονται έυκολα αλλά ακινητοποιούνται δύσκολά και αντιμετωπίζονται χειρουργικά.

     Η κλινική εικόνα ενός κατάγματος περιλαμβάνει έντονο πόνο, λειτουργική ανεπάρκεια του μέλους, τοπική παραμορφωση, οίδημα, εκχυμώσεις και παρά φύσιν κινήσεις του τραυματισμένου οστού που δεν μπορούν να γίνοουν με ακέραιο το μέλος.
     Η συγκόλληση των κομματιών του οστού στη σωστή θέση ονομάζεται πώρωση του κατάγματος. Η πώρωση απότελεί μια πολύπλοκη διαδικασία του οργανισμού για την αποκατάσταση του τραύματος. Όταν τα κομμάτια του οστού εφάπτονται μεταξύ τους, τότε η πώρωση είναι πρωτογενής. Όταν υπάρχει κενό μεταξύ των κομματιών, τότε η πώρωση είναι δευτερογενής. Τα στάδια της πώρωσης είναι το στάδιο του αιμάτώματος, του μαλακού πώρου, του στερεού πώρου και το στάδιο ανακατασκευής του οστού. Επιπλοκές της πώρωσης είναι η καθυστερημένη πώρωση ( πέραν του προβλεπόμενου χρόνο), η ψευδάρθρωση (ύπαρξη ανώδυνων κινήσεων στην περιοχή του κατάγματος), η πώρωση σε πλημμελή θέση και η οστεονέκρωση. Αιτίες για τις επιπλοκές της πώρωσης είναι ατελής ανάταξη, η κακή αιμάτωση, η κακή ακινητοποίηση, η μόλυνση του κατάγματος κ.α.
     Είδος κατάγματος είναι και η κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, όπου έχουμε κάταγμα σε οστά του κρανίου και συνοδό εγκεφαλική βλάβη. Τα κλινικά σημεία της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης είναι τα εξής: απώλεια συνείδησης, μυδρίαση στις κόρες των ματιών, απώλεια μυικής ισχύως, ελάττωση αναπνευστικών κινήσεων, αύξηση αρτηριακής πίεσης, αύξηση θερμοκρασίας, ελάττωση των σφύξεων, ωτόρροια-ρινόρροια.
   Επίσης κατάγματα μπορεί να συμβούν και στις πλευρές και τότε υπάρχει κίνδυνος πνευμοθώρακα και αιμοθώρακα. Πνευμοθώρακας είναι η συλλογή αέρα στην υπεζωκοτική κοιλότητα και αιμοθώρακας είναι η συλλογή αίματος.
     Γενικά τα κατάγματα αντιμετωπίζονται με ακινητοποίηση των κομματιών στη σωστή τους θέση. Αυτό μπορεί να γίνει συντηρητικά με την τοποθέτηση γύψου ή νάρθηκα ή κηδεμόνα και χειρουργικά με τη διαδικασία της εξωτερικής ή της εσωτερικής οστεοσύνθεσης. Ο γύψος τοποθετείται έτσι ώστε να περιλάβει και τις γειτονικές αρθρώσεις, ενώ ο νάρθηκας αφήνει ελέυθερες τις γειτονικές αρθρώσεις και στερεώνεται με απλό ελαστικό επίδεσμο από τη μία πλευρά του άκρου.foreio_diaswsis_01

10.3 Μεταφορά Τραυματία

     Η μεταφορά πρέπει να γίνει γρήγορα αλλά όχι βιαστικά. Η σωστή μετακίνηση απαιτεί τρία ή τέσσερα άτομα. Η φιλοσοφία της σωστής μεταφοράς είναι η διαφύλαξη του αυχένα και της σπονσυλικής στήλης του ασθενή.
               katagma4

     Αν το θύμα πρέπει να απομακρυνθεί από κάποια πηγή κινδύνου τότε το απομακρύνουμε μόνοι μας μέχρι να έρθει βοήθεια με τον εξής τρόπο: πιάνουμε γερά τη μπλούζα του θύματος στους ώμους και στηρίζοντας τον αυχένα και το κεφάλι του ασθενή στα αντιβράχια μας, το σέρνουμε σιγά.
                katagma3
Η μεταφορά σε μεγαλύτερη απόσταση από ένα άτομο απαιτεί ικανή σωματική δύναμη και το θύμα πρέπει πρώτα να έρθει σε όρθια θέση, στη συνέχεια ο νοσηλευτής φέρνει το αριστερό του χέρι ανάμεσα στα σκέλη του τραυματία και τον ανασηκώνει γέρνοντας το σώμα του μπρος και κάτω από τον κορμό.
               pnigmos2
Για τη μεταφορά του τραυματία από δύο άτομα υπάρχει η μέθοδος «κάθισμα από 4 χέρια» και «κάθισμα από 2 χέρια». Δεν επιχειρείται σε περίπτωση που υπάρχουν κατάγματα στα άκρα ή στη σπονδυλική στήλη. Στο «κάθισμα στα 4 χέρια» ο τραυματίας στηρίζει το σώμα μόνος του ενώ αν δεν μπορεί τότε εφαρμόζεται η μέθοδος «κάθισμα στα 2 χέρια» όπου οι νοσηλευτές σχηματίζουν κάθισμα με το ένα χέρι ενώ το άλλο περνάει πίσω από την πλάτη του τραυματία.katagma1
               
Στη μεταφορά του τραυματία από τρία άτομα ο τραυματίας τοποθετείται σε ύπτια θέση και οι νοσηλευτές σχηματίζουν με τα χέρια τους κάτω από το σώμα του φορείο. Η μετακίνηση λαμβάνει χώρα με τη συγκράτηση κεφαλής-ώμων-σπονδυλικής στήλης-λεκάνης και άκρων στο ίδιο επίπεδο.

     Σε όλες τις περιπτώσεις ακινητοποιείται η αυχενική μοίρα με τη χρήση κολάρου μέχρι να αποκλεισθεί η κάκωσή της. Στο φορειο η αυχενική μοίρα μπορεί να ακινητοποιηθεί και με την τοποθέτηση δύο αντικειμένων εκατέρωθεν της κεφαλής. Ο τραυματίας μεταφέρεται σε ύπτια θέση εκτός από την περίπτωση που είναι αναίσθητος ή αιμορραγεί από την ρινοφαρυγγική κοιλότητα οπότε και μεταφέρεται σε πλάγια θέση για να διατηρηθούν ελεύθερες οι αεροφόροι οδο. ίΌταν υπάρχει υποψία βλάβης στη σπονδυλική στήλη ο τραυματίας μπορεί να μεταφερθεί στη στάση στην οποία βρέθηκε και πάντα σε σκληρό φορείο.

     Τα απλά κατάγματα ανατάσσονται και ακινητοποιούνται με γύψινους επιδέσμους ενώ όσα πρόκειται να σταθεροποιθούν χειρουργικά, σταθεροποιούνται σε ουδέτερη θέση είτε με νάρθηκες (γυψονάρθηκες ή αυτοσχέδιους) είτε με έλξεις. Τα άκρα μπορούν να ακινητοποιηθούν δένοντας το άνω άκρο στο θώρακα ή τα δύο κάτω άκρα μεταξύ τους. Έτσι επιτυγχάνεται ασφαλέστερη μεταφορά, αποφυγή περαιτέρω βλαβών των μαλακών μορίων και ελάττωση του πόνου. Η αρχική αντιμετώπιση των ανοιχτών καταγμάτων περιλαμβάνει την πλύση και την απομάκρυνση ξένων σωμάτων, τη λήψη καλλιεργειών και την κάλυψη τους με αποστειρωμένες γάζες πριν την ακινητοποίηση.

Στάθη Χρύσα
Γενικός Ιατρός

Share
Share
Translate »