Ιογενής Ηπατιτίδα – Χρύσα Ι. Στάθη

Ιογενής Ηπατιτίδα

Η Ηπατίτιδα είναι μια δυνητικά θανατηφόρα ασθένεια που επηρεάζει 1 στους 12 ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.  Από κοινού, οι δύο ιοί  (Β & C) είναι υπεύθυνοι για το θάνατο περίπου ενός εκατομμυρίου ανθρώπων ετησίως, όμως και οι δύο, σήμερα, μπορεί να προληφθούν και να θεραπευτούν.

Η Παγκόσμια Ημέρα  κατά των Ιογενών Ηπατιτίδων, είναι ένα ετήσιο παγκόσμιο γεγονός, που έχει σαν στόχο την  ευαισθητοποίηση του κοινού αλλά και των αρχών ώστε να υπάρξει πραγματική αλλαγή στρατηγικής στην πρόληψη,  αλλά εξίσου σημαντικό στην εύκολη  πρόσβαση των ασθενών  σε εξετάσεις  και θεραπεία.

Ηπατίτιδα είναι η φλεγμονή του ήπατος, η οποία προκαλείται συνήθως από ιούς και είναι γνωστή ως ιογενής ηπατίτιδα.

Η ηπατίτιδα μπορεί να είναι είτε οξεία, να εμφανιστεί δηλαδή ξαφνικά λίγες εβδομάδες μετά τη μετάδοση του ιού και να αυτοϊαθεί σε λίγους μήνες, (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ηπατίτιδα Α, που δε γίνεται ποτέ χρόνια) είτε χρόνια, η οποία μπορεί να προκληθεί από τους ιούς της ηπατίτιδας Β, D και κυρίως της ηπατίτιδας C.

Η ιογενής ηπατίτιδα εξακολουθεί να μαστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη και αποτελεί τεράστιο πρόβλημα δημόσιας υγείας.

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι 300.000 άνθρωποι είναι φορείς της ηπατίτιδας Β και 150.000 είναι φορείς της ηπατίτιδας C.

Η ηπατίτιδα Β προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Σε όλο τον κόσμο περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα έχουν μολυνθεί με τον ιό της ηπατίτιδας Β, από τα οποία περίπου 350 εκατομμύρια άτομα είναι χρόνιοι φορείς.
Οι ασθενείς με χρόνια λοίμωξη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκίνου, επιπλοκές που είναι υπεύθυνες για ένα εκατομμύριο θανάτους ετησίως.
Η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές με ενδιάμεση ενδημικότητα, αλλά ο επιπολασμός των φορέων ηπατίτιδας Β παρουσιάζει πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια.
Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται:

  • από σεξουαλική επαφή με μολυσμένο άτομο χωρίς προφύλαξη
  • από μολυσμένα με αίμα αντικείμενα (π.χ. σύριγγες, ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες)
  • από επαφή με αίμα μολυσμένου ατόμου μέσα στην οικογένεια
  • κάθετη μετάδοση από μολυσμένη μητέρα (νεογνά, κατά τον τοκετό)
  • από μολυσμένο αίμα ή παράγωγα αίματος που χορηγήθηκαν πριν το 1975
  • (εξαιρετικά σπάνια πια, λόγω του συστηματικού ελέγχου στις αιμοδοσίες)

ΔΕ μεταδίδεται από νερό, τροφή, μαγειρικά σκεύη, τουαλέτες, ή με την κοινωνική επαφή (χειραψία, αγκαλιά, φιλί, βήχας, φτέρνισμα).

Η πρόληψη της ηπατίτιδας Β έχει τεθεί ως προτεραιότητα στην παγκόσμια κοινότητα. Ο εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας Β είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για την πρόληψη της νόσου και των επιπλοκών της.
Η ανοσοποίηση από την πρώτη παιδική ηλικία είναι σημαντική, καθώς περιορίζουμε την πιθανότητα μόλυνσης και μετάπτωσης σε χρόνια λοίμωξη, η οποία συμβαίνει συνήθως, όταν μολύνονται παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε χρόνων.
Άλλα μέτρα που παίζουν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη της μόλυνσης είναι:

  • Περιορισμός της περιγεννητικής μόλυνσης με έγκαιρη ανίχνευση των μητέρων με ηπατίτιδα Β, άμεση χορήγηση υπεράνοσης γ – σφαιρίνης και εμβολιασμός των νεογέννητων με το εμβόλιο.
  • Ενημέρωση για τους τρόπους μετάδοσης της ηπατίτιδας Β, εφαρμογή των μέτρων υγιεινής, ατομική χρήση οδοντόβουρτσας, ξυριστικών μηχανών και χρήση προφυλακτικών κατά τη σεξουαλική επαφή.

Για τη χρόνια ηπατίτιδα Β, υπάρχουν σήμερα φάρμακα τα οποία δρουν ενισχύοντας την άμυνα του οργανισμού, μειώνοντας τον πολλαπλασιασμό του ιού της ηπατίτιδας Β και επιβραδύνοντας την ηπατική νόσο. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορούν ακόμα και να εκριζώσουν τον ιό της ηπατίτιδας Β. Η χορήγησή τους γίνεται μόνο από εξειδικευμένους γιατρούς και πάντα κάτω από ιατρική παρακολούθηση.

Η Ηπατίτιδα C παρουσιάζει ευρεία γεωγραφική κατανομή και αποτελεί πρόβλημα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας έχει υπολογιστεί ότι το 3% του πληθυσμού της γης, δηλαδή 200 εκατομμύρια άτομα, είναι χρόνιοι φορείς της HCV λοίμωξης. Στις βιομηχανοποιημένες χώρες, η λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) αποτελεί την αιτία του 20% των περιπτώσεων οξείας ηπατίτιδας, του 70% των περιπτώσεων χρόνιας ηπατίτιδας, του 40% των περιπτώσεων κίρρωσης τελικού σταδίου, του 60% των περιπτώσεων ηπατοκυτταρικού καρκίνου και του 30% των μεταμοσχεύσεων ήπατος.
Καθόσον ο επιπολασμός της χρόνιας ηπατίτιδας C είναι σημαντικός (0.5-4%) στο γενικό πληθυσμό ηλικίας 30 έως 45 ετών σε πολλές διαφορετικές χώρες, η νοσηρότητα και η θνησιμότητα από τη λοίμωξη αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τις δύο επόμενες δεκαετίες, παρά το γεγονός της μείωσης της επίπτωσης νέων περιπτώσεων λοίμωξης.
Στην Ελλάδα, στο γενικό πληθυσμό ο επιπολασμός της HCV λοίμωξης υπολογίζεται σε 1.9% (δηλαδή περίπου 200.000 άτομα έχουν μολυνθεί από τον ιό) με γεωγραφική διακύμανση από 0.6% έως και 7.5%. Από τους μολυνθέντες 75-85% θα παραμείνουν χρόνιοι φορείς της νόσου, 10%-20% θα αναπτύξουν κίρρωση σε 20-30 έτη και 1%-5% θα παρουσιάσουν ηπατοκυτταρικό καρκίνο.
Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται από μολυσμένα με αίμα αντικείμενα (π.χ. σύριγγες, ξυραφάκια, βελόνες) και σπάνια από σεξουαλική επαφή ή από τη μητέρα στο παιδί της.
Δεν υπάρχει εμβόλιο ή άλλο μέσο προφύλαξης.

Η χρήση συνδυασμού αντι-ιικών φαρμάκων έχει βελτιώσει σημαντικά τη θεραπεία της ηπατίτιδας C.

Η χορήγηση αυτών των φαρμάκων θα πρέπει να γίνεται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. Το ποσοστό ανταπόκρισης κυμαίνεται από 40-80%.

Η διάρκεια της θεραπείας και η ανταπόκριση, εξαρτώνται από το γονότυπο του ιού, δηλαδή από το γενετικό του προφίλ.

Από το έτος 2000, λειτουργεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ Γραφείο Ηπατιτίδων που έχει σα σκοπό:

  • την πρόληψη της μετάδοσης των ιογενών ηπατιτίδων, την ενημέρωση κοινού και επαγγελματιών υγείας για θέματα μετάδοσης και πρόληψης Ιογενών Ηπατιτίδων,
  • την προαγωγή εμβολιασμού, τη βελτίωση της κλινικής φροντίδας των ατόμων που πάσχουν από ιογενή ηπατίτιδα Β και C,
  • την επιδημιολογική επιτήρηση της χρόνιας ηπατίτιδας B και C μέσω μελέτης Cohort του Εθνικού Προγράμματος Ιογενούς Ηπατίτιδας ΚΕΕΛΠΝΟ (www.keelpno.gr).

Το γραφείο ηπατιτίδων συνεργάζεται με την Επιστημονική Επιτροπή Ιογενούς Ηπατίτιδας που συστάθηκε στα τέλη του έτους 2000. Συγκαλείται από το γραφείο ηπατιτίδων και απαρτίζεται από 24 μέλη.

Η Επιστημονική Επιτροπή Ιογενούς Ηπατίτιδας έχει επιστημονικό και συμβουλευτικό ρόλο. Δέχεται εισηγήσεις του γραφείου ηπατιτίδων και παίρνει αποφάσεις για την προστασία της Δημόσιας Υγείας με βάση τα εκάστοτε επιστημονικά δεδομένα και τα κρατούντα στον ευρωπαϊκό και το διεθνή χώρο (www.keelpno.gr).

Από το έτος 2003, στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Ιογενούς Ηπατίτιδας υλοποιείται μελέτη σειράς (cohort) χρόνιας ηπατίτιδας. Σκοπός της είναι η παρακολούθηση της φυσικής ιστορίας των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα B και/ή C, χωρίς ή μετά από θεραπεία και η διαχρονική μελέτη των δημογραφικών, κοινωνικών, ιολογικών και άλλων χαρακτηριστικών τους.
Στη μελέτη συμμετέχουν 23 κέντρα υποστήριξης σε όλη την Ελλάδα. Αυτά καταγράφουν δημογραφικά στοιχεία, ιατρικό ιστορικό, πιθανή πηγή μόλυνσης, κλινική εικόνα, εργαστηριακά ευρήματα, υπερηχογραφικά ευρήματα, ιολογικό έλεγχο, βιοψία ήπατος, θεραπεία και έκβαση των ασθενών τους.

Τα αποτελέσματα της cohort μελέτης συμβάλλουν στην καταγραφή αξιόπιστων στοιχείων για την εξέλιξη των ασθενών της χώρας μας, με σκοπό τον ορθότερο προγραμματισμό των αναγκών για τη Δημόσια Υγεία και την τεκμηριωμένη απάντηση διεθνώς αναπάντητων ερωτημάτων. Τα σημαντικότερα συμπεράσματα μπορείτε να τα δείτε στην ιστοσελίδα του ΚΕΕΛΠΝΟ, όπου είναι αναρτημένες όλες οι μελέτες που έχουν δημοσιευτεί (www.keelpno.gr).

Share
Share
Translate »